Social Icons

Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

Η δικτατορία των "Αντικειμενικών"

γράφει ο Ευάγγελος Χ. Χανιώτης
Με έναν παράδοξο -είναι η αλήθεια- τρόπο επανήλθε στην ελληνική επικαιρότητα η φαρσοκωμωδία των «Ολυμπιακών Αγώνων», επιβεβαιώνοντας το αξίωμα πως η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Στην αλήστου μνήμης εποχή του 2004 και των όσων προηγήθηκαν στο απίστευτο «φαγοπότι» δημοσίου χρήματος από το 1997, κράτος και οικονομικό παρακράτος καλούσαν τους πάντες ώστε να «ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα»!
Τα «Olympic Games» του 2004 υπήρξαν η αποθέωση και ταυτόχρονα το σημείο τέλους μιας απόλυτης παρακμής η οποία επιβλήθηκε στην Ελλάδα στο όνομα του «εκσυγχρονισμού», της «κοινωνίας της πληροφορίας» και του πολυπολιτισμού. Αυτή ακριβώς ήταν η χρονική περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκε ένα πραγματικό τέρας το οποίο υπήρξε πανταχού παρόν στην δημόσια ζωή. Αρχής γενομένης από τον πολιτικό υπόκοσμο των σημιτικών «εκσυγχρονιστών», στην σχολική εκπαίδευση του πολυπολιτισμικού «οράματος», στην δημοσιογραφία με τους κάθε λογής ινστρούχτορες και παντογνώστες, στην τηλεόραση
της μεσημεριανής εκπόρνευσης, στην οικονομία με τους «εθνικούς εργολάβους», και τέλος, στον αθλητισμό που κατά έναν θαυμαστό πραγματικά τρόπο συναντιούνταν όλοι οι ανωτέρω.
Ποιος αλήθεια μπορεί να ξεχάσει την προ-ολυμπιακή Ελλάδα, με τα δεκάδες κάθε χρόνο «meeting» στίβου, τα οποία ανάγκαζαν να παρακολουθούν παιδικές κατασκηνώσεις (!) για να έχει λίγα γεμάτα καθίσματα το στάδιο; Από το 1997 μέχρι το 2004, η έννοια του αθλητισμού μετατράπηκε σε μια γιγαντιαίων διαστάσεων βιομηχανία. Πιθανοί και απίθανοι, από εργολάβοι και καναλάρχες μέχρι καφετζήδες συντονίστηκαν σε μια τρομακτική και λυσσώδη κατασπάραξη δημοσίου χρήματος. Και γιατί να μην το κάνουν άλλωστε; Ήταν ο «χρυσούς αιών» της τηλεοπτικής δημοκρατίας, με τα χρήματα να πέφτουν βροχή, τα δάνεια επίσης και την κοινωνική πανώλη των «life style» επαρχιωτών εκδοτών, στο απόγειό της. Και αλίμονο σε όποιον τολμούσε να πει κάτι διαφορετικό! Η περίοδος αυτή ακόμη είναι χαρακτηριστική διότι με αφορμή το «live your myth in Greece», δημιουργήθηκαν μια σειρά από παρασιτικά επαγγέλματα, άγνωστα μέχρι τότε στην ελληνικήκοινωνία. Επαγγέλματα όπως του «αντικειμενικού δημοσιογράφου », του «πανελίστα», του «manager», του «συμβούλου επιχειρήσεων », του «διανοούμενου» κλπ. Όλα αυτά συνδέθηκαν μεταξύ τους, πέρα από την κερδοσκοπία, και με κάτι άλλο ακόμη χειρότερο: την καινοφανή έννοια του «πολιτικώς ορθού», μια απίστευτη ιερά εξέταση, μια στυγνή δικτατορία σκέψης και γνώμης, με την οποία οποίος ερχόταν έστω και κατά φαντασία σε αντίθεση, είχε διαγράψει το οποιοδήποτε δημόσιο μέλλον του. Από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, μέχρι και το εργασιακό περιβάλλον, άπαντες έπρεπε να μιλούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ύφος και λεξιλόγιο, αν ήθελαν να παραμείνουν μέρος αυτού του κοινωνικού βόθρου της «κοινής γνώμης». Η πολυπολιτισμική και εκσυγχρονισμένη Ελλάδα της ΟΝΕ και των «Ολυμπιακών Αγώνων», ήταν πλέον γεγονός. Αλλά όπως όλες οι κομπίνες έτσι και αυτή είχε το τέλος της, χάθηκε μέσα στα ίδια τα κοινωνικά συντρίμμια ψύχων και ανθρώπων τα οποία δημιούργησε.
Κανείς φυσικά δεν λογοδότησε, κανείς δεν πλήρωσε τον λογαριασμό, τον οποίο έστειλαν στα γνωστά κορόιδα... Και την ώρα που οι περισσότεροι Έλληνες σχεδόν είχαν ξεχάσει αυτόν τον φρικτό εφιάλτη, βιώνοντας πλέον τα απόνερα του, ήρθε αυτή η κωμικοτραγική ιστορία με την Ελληνίδα αθλήτρια να τους τον θυμίσει. Να τους θυμίσει για μια ακόμη φορά ποιο ήταν, και συνεχίζει να είναι, το αποκρουστικό δημιούργημα όλων αυτών των χρόνων της πλαστικής ευδαιμονίας, το οποίο νοσταλγούν οι κάθε λογής εργατοπατέρες και «μνημονιομάχοι».
Δεν πρόκειται καν να ασχοληθούμε με το ανέκδοτο της αθλήτριας Βούλας Παπαχρήστου. Το αν είναι ρατσιστικό ή αν η συγκεκριμένη κοπέλα το είπε για να «δηλώσει την φυλετική της ανωτερότητα εις βάρος των οικονομικών μεταναστών» όπως είπαν οι γνωστοί ψυχοπαθείς από τηλεοράσεως, το αφήνουμε στην ελάχιστη λογική κρίση του καθενός.
Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ο απίστευτος συντονισμός της σύγχρονης ιεράς εξέτασης. Όλα εκείνα τα κοινωνικά παράσιτα τα οποία βίασαν την ελληνική πατρίδα επί χρονιά, βρήκαν και πάλι την ευκαιρία να ξεσαλώσουν. Οι ίδιοι και οι ίδιοι για μια ακόμη φορά: «αντικειμενικοί» δημοσιογράφοι, τηλεοπτικοί ινστρούχτορες, πολιτικοί απατεώνες, διαπλεγμένοι φοροφυγάδες, των οποίων εθίγησαν τα αντιρατσιστικά τους αισθήματα από το «ρατσιστικό παραλήρημα» (!) μιας νεαρής αθλήτριας, την οποία κυριολεκτικά εξευτέλισαν και κατασπάραξαν.
Άθελα τους όμως δημιούργησαν, έστω και με τον τρόπο αυτό, ένα ηρωικό πρότυπο σε μια ταπεινωμένη ελληνική κοινωνία, η οποία ασυνείδητα ταυτίστηκε με την Βούλα Παπαχρήστου. Σύσσωμη η ελληνική κοινωνία ταυτίστηκε με την ελληνίδα αθλήτρια, διότι ένιωσε πως αυτή που την κατασπαράσσουν είναι ακριβώς οι ίδιοι που επί δώδεκα χρόνια κατασπάραξαν ένα ολόκληρο λαό.
Όσο για την συντονισμένη «αντιρατσιστική» εκστρατεία, δεν μας εκπλήσσει. Και αυτό γιατί παραλλάσσοντας την φράση του Samuel Johnson, γνωρίζουμε πως ο αντιρατσισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων.

πηγή: elkosmos.gr

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Από την ιδεολογία του ΟΧΙ στον πόλεμο ιδεών



του Γιάννη Πήλιουρα

Ένα απο τα μεγαλύτερα εμπόδια που καλείται να ξεπεράσει ο λαός μας στη σύγχρονη πολιτική του πραγματικότητα είναι η παιδική ασθένεια του ΟΧΙ σε όλα! Σε μια εποχή όπου οφείλουμε να αλλάξουμε τις νοοτροπίες δεκαετιών, να προσαρμοσθούμε στα σύγχρονα δυτικά πρότυπα των οποίων τα πλεονεκτήματα απολαμβάνουμε καθημερινά, υπάρχει ένας άνευ ορίου αρνητισμός που υποδηλώνει την μηδενιστική τάση ενός λαού που αυτοκαταστρέφεται.

Η παραπάνω αντικοινωνική συμπεριφορά μπορεί να μεταμφιεστεί με το αντικοινοβουλευτικό σύνθημα του καψίματος της Βουλής, της κρεμάλας στους 300 ή στην επιλογή της ιδιώτευσης αφού "όλοι ίδιοι είναι" και "με την πρώτη ευκαιρία θα φύγω απ' την Ελλάδα". Δεν πρέπει κανένας να αμφιβάλει ότι αυτές οι τόσο επίκαιρες συμπεριφορές είναι αποτέλεσμα όχι της οικονομικής κρίσης η οποία για ακόμη μια φορά έκανε την εμφάνισή της στην χώρα μας, αλλά της συντονισμένης και απόλυτα ενορχηστρωμένης επανάληψης συνθημάτων και συμπεριφορών διαφόρων μειοψηφιών, οι οποίες εκμεταλλευόμενες την ιδεολογική απραξία της πλειοψηφίας, κυριαρχούν με την ανέξοδη επαναστατική τους ρητορεία και τον έντονο μηδενιστικό τους αφορισμό.

Είναι το μονοπάτι των ανέξοδων ΟΧΙ που γεμίζουν τα αυτιά μας καθημερινά, στήνοντας λαϊκά δικαστήρια και κρεμάλες για τους αντιφρονούντες, ακολουθώντας πιστά τα πρότυπα των κομμουνιστικών δικτατοριών. Αυτή η τόσο επαναστατική επιλογή για όσους την επιλέγουν κρίνεται τελικά όχι μόνο αδιέξοδη αλλά και καταστροφική αφού δεν λύνει το πρόβλημα αλλά το διογκώνει και το μετατρέπει σε μονόδρομο προς τον γκρεμό!

Κλασικό παράδειγμα ήταν το σύνθημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν την κρίση, στον οποίο συμμετείχε μέχρι πρόσφατα ο πολύ στη μόδα Κουβέλης, για μονιμοποίηση στο Δημόσιο των 1,5 εκατομμυρίων συμβασιούχων. Ένα σύνθημα τόσο ψηφοθηρικά δελεαστικό και ανέξοδο το οποίο στην πραγματικότητα τροφοδότησε ακόμη περισσότερο την ανευθυνότητα της κρατικοκεντρικής πολιτικής λογικής μας.

Κι αν για τους παροικούντες την Αριστερή Ιερουσαλήμ κάτι τέτοιο φαντάζει ιδανικό, με ονειρώξεις εξεγερμένων να μπουκάρουν στη Βουλή και να αναλαμβάνουν την εξουσία, είναι απορίας άξιο πως υπάρχουν άνθρωποι από την άλλη μεριά του Ρουβικώνα οι οποίοι χρησιμοποιούν την ίδια ακριβώς φρασεολογία και συνθήματα, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες, εκκολάπτοντας μια συνομωσία γύρω απ' όλα τα ζητήματα.

Αποτελεί λοιπόν κρίσιμο διακύβευμα η απενοχοποίηση του πολιτικού λόγου, η επανατοποθέτηση στο χάρτη των ιδεών και η δημιουργία προτεραιοτήτων. Σταθερή Κυβέρνηση ή Ακυβερνησία, Ασφάλεια ή Χάος, με την Ευρώπη ή με την Ασία, Εθνικά ομοιογενείς ή Πολυπολιτισμικά ανακατωμένοι είναι μερικά απ' τα διλήμματα που οφείλουμε να τοποθετηθούμε . 

Η απλή παρουσία και συγκατάθεση με την ψήφο δεν σημαίνει τίποτε πλέον. Ούτε φυσικά οι λογικές του χθες με καθεστωτικούς τρόπους συμπεριφοράς στα αρχηγικά κόμματα, μη δυνάμενα να αντέξουν την αντίθετη άποψη. Ο κομματισμός και η τυφλή εμπιστοσύνη στον αρχηγό πρέπει να δώσει τη σκυτάλη στην γόνιμη πολιτική παρουσία με προτάσεις και καλοπροαίρετη κριτική στηριζόμενη στα θεμέλια των ιδεών και της ηθικής που πρέπει να έχει ένας ενεργός πολίτης.

Κακός πολιτικός σημαίνει κακός πολίτης κι αυτό ίσως θα ήταν το καλύτερο και πιο περιγραφικό σύνθημα που θα πρέπει να κυριαρχήσει στις μέρες μας. Να αναλάβουμε επιτέλους ο καθένας τις ευθύνες του και να αναλογιστούμε την προσωπική μας συνεισφορά στο βούρκο της πολιτικής ανωμαλίας που ζούμε με την στάση μας.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Στην αναζήτηση της χαμένης ηγεσίας


του Ν. Μαραντζίδη* στην Καθημερινή

Επειτα απο τριάντα οκτώ χρόνια λειτουργίας της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας τα γνωρίσματα της σημερινής κατάστασης είναι τα εξής: α) οι πολιτειακοί θεσμοί δείχνουν ανήμποροι να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, β) τα κυρίαρχα κόμματα αποσυντίθενται και μεταλλάσσονται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, γ) το κομματικό σύστημα κινείται προς την κατεύθυνση του ακραίου και πολωμένου πολυκομματισμού, δ) οι πολιτικές ηγεσίες ανίκανες να διασφαλίσουν την ευημερία των πολιτών δείχνουν αμήχανες και εγκλωβισμένες σε ξεπερασμένες πρακτικές, ε) οι πολίτες εκδηλώνουν πρωτοφανή οργή απέναντι στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, και στ) το κράτος αδυνατεί να προστατεύσει τη δημόσια ασφάλεια την ώρα που η δημοκρατική νομιμότητα τίθεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση.


Ας είμαστε ειλικρινείς. Ολοι οι σοβαροί άνθρωποι αντιλαμβάνονται πως, εφόσον οι δημοσκοπήσεις επαληθευτούν, η επόμενη Βουλή θα συνιστά ένα αξιοθρήνητο θέαμα. Η τελούσα, δικαιολογημένα, σε κατάσταση παράκρουσης ελληνική κοινωνία θα θελήσει ενδεχομένως να τιμωρήσει τους βασικούς πολιτικούς διαχειριστές της προηγούμενης περιόδου, επιλέγοντας οτιδήποτε, ακόμη και το πιο εξωφρενικό. Αντισυστημικά κόμματα και ανεύθυνοι πολιτικοί θα διαγκωνίζονται για το ποιος θα διατυπώσει την πιο αντιευρωπαϊκή και αντιφιλελεύθερη τοποθέτηση. Με έναν μεγάλο αριθμό ακραίων βουλευτών εντός της αίθουσας, ο εκσφενδονισμός αντικειμένων προς τα υπουργικά έδρανα θα αποτελεί το μικρότερο κακό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: θα μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα;

Στην πολιτική τα πράγματα δεν μένουν ποτέ στάσιμα· όταν δεν βελτιώνονται, χειροτερεύουν. Οταν, δηλαδή, οι θεσμοί δεν καταφέρνουν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της δημοκρατίας, τότε αυτή η τελευταία υποβαθμίζεται και κινδυνεύει αν όχι να καταρρεύσει, σίγουρα πάντως να παρακμάσει. Ο κίνδυνος προέρχεται από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: τον παλαιοκομματισμό και τον λαϊκισμό.

Παλαιοκομματισμός σημαίνει να επιμένεις να μην αντιλαμβάνεσαι πως το πολιτικό σύστημα -και μαζί με αυτό η κυρίαρχη ιδεολογία του, αυτή του συντεχνιακού κρατισμού- είναι υπεύθυνο για την κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα· πως κρίση χρέους σημαίνει σπάταλο κράτος, παντοκρατορία των κομμάτων, διαπλοκή, πελατειακές σχέσεις, εκτεταμένες συντεχνιακές ρυθμίσεις, κλειστή αγορά, αβουλία να αλλάξουν τα πράγματα, ατολμία ανάληψης πολιτικού κόστους. Ο παλαιοκομματισμός είναι ταυτισμένος με το μεγάλο και παρεμβατικό κράτος. Υπονομεύει και αντιστέκεται στις αναγκαίες αλλαγές. Οργανώνει συμφωνίες κάτω από το τραπέζι με συντεχνίες και διαπλέκεται με κάθε ισχυρή ομάδα συμφερόντων.


Ο λαϊκισμός μολύνει διαρκώς και μεγαλύτερα τμήματα του πολιτικού οικοδομήματος της χώρας, κάνοντας ολοένα και πιο αισθητή την κυριαρχία του. Η μετάστασή του σε κάθε δημόσιο θεσμό, κάθε πολιτική πρακτική, κάθε δημόσιο λόγο πραγματοποιείται με τέτοια ταχύτητα, ώστε σε λίγο καιρό, φοβάμαι πως δεν θα υπάρχει επιστροφή.


Ο λαϊκισμός μετατρέπει τους πολίτες σε μια άλογη μάζα που περιφέρεται προς απροσδιόριστες κατευθύνεις, όπως ένα ακυβέρνητο καράβι. Ο λαϊκισμός δημιουργεί προσδοκίες, που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. Γι’ αυτό επενδύει στο θυμικό των πολιτών και στον καιροσκοπισμό των πολιτικών ηγεσιών. Τη μια μέρα, για παράδειγμα, οι αγανακτισμένοι συγκεντρώνονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες στις πλατείες για να βρίσουν το Κοινοβούλιο και τους πολιτικούς και την άλλη παρακαλάνε να αναλάβει τις τύχες της χώρας ένας τεχνοκράτης. Ολοι μαζί καταριούνται τις αλλαγές, που η χώρα οφείλει να πραγματοποιήσει και όλοι μαζί, πάλι, προσεύχονται για την παραμονή μας στο ευρώ. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πως το έθνος κινδυνεύει να χάσει τα λογικά του, αν δεν τα έχει χάσει ήδη.


Ο λαϊκισμός μεταλλάσσεται διαρκώς, δημιουργώντας νέες εκδοχές δημαγωγικών ρητορικών που μπορούν να ικανοποιούν όλα τα γούστα και τις επιθυμίες. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς, διακήρυττε επί δύο σχεδόν χρόνια, με αποφασιστικό ύφος μάλιστα, πως διέθετε τη συνταγή και είχε τις ικανότητες να την υλοποιήσει άμεσα. Είδαμε τι συνέβη. Η απότομη στροφή που πραγματοποίησε, χρειάστηκε την επίκληση της κομματικής πειθαρχίας και τις διαγραφές από τις βουλευτικές λίστες προκειμένου να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς, Φώτης Κουβέλης, πάλι, με το μειλίχιο ύφος του, έχει πετύχει το ιδανικό για έναν πολιτικό: να εκφράζει αυτό που όλη η χώρα θα ήθελε να ακούσει. Υποστηρίζει ταυτόχρονα την παραμονή στο ευρώ, αλλά αρνείται κάθε αναγκαία αλλαγή είτε αυτή αφορά τις εργασιακές σχέσεις είτε τη συρρίκνωση του ρόλου του κράτους στην οικονομία. Παρουσιάζεται μια ακόμη εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν», που αρκετοί, δυστυχώς, είναι έτοιμοι να υιοθετήσουν εκ νέου.


Το μεγάλο ζητούμενο όμως είναι να υπερβούμε το επίπεδο των διαπιστώσεων. Οι κρίσιμες στιγμές που ζούμε, ίσως απαιτήσουν να μπει μπροστά εκείνη η εθνική ηγεσία, που θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων εμπνέοντας χωρίς να κολακεύει, συσπειρώνοντας χωρίς να διαιρεί, δίνοντας όραμα χωρίς να δημαγωγεί, μαθαίνοντας, εντέλει, από τα λάθη του παρελθόντος. Μια ηγεσία ικανή να εκφράσει ταυτόχρονα τη φιλοευρωπαϊκή κεντροδεξιά και τμήμα της κεντροαριστεράς. Μια ηγεσία που θα ανασυστήσει το πολιτικό σκηνικό από τα συντρίμμια του. Στη δική μου συνείδηση, μια τέτοια ηγεσία δεν μπορεί να προκύψει από παρθενογένεση ή να συνιστά τον άγνωστο Χ της πολιτικής μας ζωής. Πρέπει να αποτελεί για τους πολλούς ένα αναγνωρίσιμο σημείο αναφοράς.


* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.