Social Icons

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Μεσαίος χώρος και Κέντρο




Σταύρος Παπαντωνίου

Πολλοί στον δημόσιο βίο, στον τρόπο με τον οποίο αναλύουν την πολιτική κατάσταση, συγχέουν τον μεσαίο με τον κεντρώο χώρο. 


Ο πρώτος δεν έχει καθαρά ιδεολογικά χαρακτηριστικά και μπορεί να περιγραφεί περισσότερο ως η κρίσιμη εκείνη κοινωνική οντότητα που δεν έχει καθημερινή και άμεση τριβή με τις λεπτομέρειες της πολιτικής κατάστασης, την οποία βιώνει κυρίως μέσα από δύο πράγματα: Πρώτον, την προσωπική του ευημερία και κατάσταση, δηλαδή την τσέπη του, τη δουλειά του, την οικογένειά του, τη ζωή του εν γένει, και δεύτερον, μέσα από το πώς αντιλαμβάνεται θέματα που αφορούν τη μεγάλη εικόνα, όπως παραδείγματος χάριν η τουρκική προκλητικότητα, η ασφάλεια, η εθνική αξιοπρέπεια και άλλα μείζονα συλλογικά θέματα. Αυτός ο μεσαίος χώρος δεν είναι απολιτίκ, όπως σπεύδουν να τον χαρακτηρίσουν, μάλλον υποτιμητικά, κομματικά και πολιτικά στελέχη που η καθημερινότητά τους κινείται γύρω από την πολιτική και ενίοτε τη μικροπολιτική. 


Ο μεσαίος χώρος, όπως τουλάχιστον τον αντιλαμβάνομαι, είναι θα έλεγα ένας χώρος που δεν συμμετέχει στην τοξικότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης, προέρχεται από όλα τα ιδεολογικά φάσματα, με καταβολές από την Αριστερά έως τη Δεξιά. 


Είναι ο κοινωνικός χώρος που δεν έχει συμφέροντα από κόμματα, εξ ου και συνηθέστατα είναι και πιο αντικειμενικός και ως βασικό κριτήριο έχει το «πώς πάνε τα πράγματα», κρατώντας το προνόμιο ακόμα και της μετακίνησης από το ένα κόμμα στο άλλο. Θα τον χαρακτήριζα ως μια μεσότητα, που διακρίνεται από μια πολιτική υγεία. Εχει φύσει και θέσει απόσταση από τις ακρότητες.


Ο κεντρώος δεν αποκλείεται να έχει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αλλά δεν σημαίνει πως τα διαθέτει εκ προοιμίου. Κάλλιστα μπορεί ένας κεντρώος να είναι φανατικός, να έχει ως χόμπι τις επιθέσεις στους πολιτικούς αντιπάλους του, να φοράει κομματικά γυαλιά. 


Μου έρχονται στο μυαλό ουκ ολίγα παραδείγματα αυτοαποκαλούμενων κεντρώων που είναι χειρότεροι από τα άκρα. Αυτοί δεν μπορούν να εκφράσουν πλειοψηφικά ρεύματα. Αντίθετα, ο μεσαίος χώρος, απαιτητικός συνήθως και πιο σκεπτόμενος, μπορεί να δημιουργήσει, εάν προστεθεί στις λεγόμενες κομματικές βάσεις που πάντα ψηφίζουν ένα συγκεκριμένο κόμμα, ευρείες πλειοψηφίες. Εκεί έγκειται αυτή τη στιγμή και η διαφορά μεταξύ Κυριάκου Μητσοτάκη και Αλέξη Τσίπρα. 


Ο πρώτος, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, κατά την πρόσφατη ομιλία του στη ΔΕΘ δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά στον Αλέξη Τσίπρα, απευθύνεται στους μετριοπαθείς που δεν ενδιαφέρονται για κομματικές έριδες. Αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεσαίου και κεντρώου χώρου. Ο δεύτερος προσπάθησε να κερδίσει τον μεσαίο χώρο με μεταγραφές προσώπων, αλλά χωρίς ποτέ να καταλάβει τα χαρακτηριστικά του και τι πραγματικά ζητάει αυτός ο κόσμος.

πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Η αριστερή καρδιά του τραγουδιού

εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης
Ρεπορτάζ: Παύλος Παπαδόπουλος / Καθημερινή 03.03.2020

Ο Φοίβος Δεληβοριάς και η Τάνια Τσανακλίδου είναι οι καλλιτέχνες που έδωσαν τις πιο πρόσφατες αφορμές για φορτισμένες αντιπαραθέσεις σε όσες παρέες δεν έχουν βαρεθεί ακόμα να διαφωνούν «για το μνημόνιο». Ο κύριος Δεληβοριάς ήλθε σε δημόσια αντιπαράθεση με τον Άδωνι Γεωργιάδη με αφορμή το Προσφυγικό, ενώ η κυρία Τσανακλίδου όχι μόνο δεν «γερνάει, μαμά», αλλά μας απείλησε και με «εξέγερση», η οποία «δεν θα είναι αναίμακτη». Και αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα: Γιατί οι Έλληνες τραγουδοποιοί και τραγουδιστές αισθάνονται τόσο συχνά και τόσο έντονα την ανάγκη να αυτοπροσδιοριστούν πολιτικά;
«Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ακόμα και το φιλελεύθερο Χόλιγουντ έχει αντανακλαστικά αριστερά», λέει ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. «Ο αριστερός καλλιτέχνης έχει την ευθύνη και την υποχρέωση να μιλάει για την αδικία. Βεβαίως, ένας λόγος υπέρ της ισότητας και των δικαιωμάτων θα μπορούσε άριστα να ενταχθεί στη φιλελεύθερη παράδοση. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί καλλιτέχνες αυτοπαγιδεύονται σε μια αριστερή ρητορική». Ο κ. Σωτηρόπουλος επισημαίνει τη διάκριση ανάμεσα στο τραγούδι και στις υπόλοιπες τέχνες, επισημαίνοντας ότι ο αριστερός λόγος στην Ελλάδα εκφράστηκε εντονότερα στο τραγούδι, «γιατί πρόκειται για την τέχνη με τη μεγαλύτερη λαϊκότητα».


«Ε όχι και τον Μάνο»

Η Ελλάδα τυπικά έχει μία, αλλά στην πραγματικότητα έχει τρεις επίσημες θρησκείες. Το τραγούδι και η Αριστερά είναι οι άλλες δύο μετά την Ορθοδοξία. Ποιος καλλιτέχνης του τραγουδιού τόλμησε να πει ότι είναι δεξιός και δεν οδηγήθηκε στο πυρ το εξώτερον; Υπάρχει βέβαια ο Μάνος Χατζιδάκις. Όλοι θυμούνται ότι ο Χατζιδάκις ήταν δεξιός – ακόμα κι όσοι δεν είχαν γεννηθεί όταν πέθανε, το 1994. Αλλά ακόμα κι ο Χατζιδάκις δεν έπαυε να υπενθυμίζει κατά καιρούς ότι ως νέος ήταν αριστερός, ότι ως νεαρός έγραψε τον ύμνο της ΕΠΟΝ. Και όταν είχε δημόσιες θέσεις, όπως στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας τη δεκαετία του ’70, στήριζε καλλιτέχνες αριστερούς, γιατί αναγνώριζε την αξία τους και γιατί, παρότι δεξιός, απεχθανόταν την επίσημη εθνικοφροσύνη της Δεξιάς (την οποία αργότερα αντέγραψε και η Αριστερά). Σε κάθε περίπτωση, μόνο μια προσωπικότητα όπως ο Χατζιδάκις μπορούσε να επιβιώσει στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη χωρίς να δηλώνει «αριστερός». Αλλά λέγεται πως όταν το 1989, στο πλαίσιο της εθνικής συμφιλίωσης, κάποιοι προχωρημένοι κομμουνιστές νεολαίοι πρότειναν στην τότε επικεφαλής του τομέα Αθηνών του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα (τη μελλοντική γενική γραμματέα), να καλέσει η ΚΝΕ σε ένα φεστιβάλ της τον Χατζιδάκι, εκείνη απάντησε: «Ε όχι και τον Μάνο».

Όμως γιατί «ε όχι και τον Μάνο»; Γιατί το κομμουνιστικό κίνημα έχτισε μέσω της τέχνης –ιδίως της τέχνης του τραγουδιού, αλλά όχι μόνο...– ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα στον Εμφύλιο, την ιδεολογική κατασκευή της ανωτερότητας της αριστερής σκέψης, της αριστερής ηθικής και φυσικά της αριστερής ευαισθησίας. Μια πρόσκληση στον δεξιό και καραμανλικό Χατζιδάκι θα θόλωνε το καλοσχεδιασμένο αφήγημα (ο «Ρήγας» του ΚΚΕ Εσωτερικού είχε καλέσει τον συνθέτη σε φεστιβάλ του). Η ιδεολογική δουλειά της Αριστεράς μέσα από την τέχνη (και κυρίως μέσα από τη μαζική τέχνη του τραγουδιού) εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ελληνική κοινωνία ήταν «σαν έτοιμη από καιρό» το 2015 να αποδεχθεί ως πρωτοποριακά τα αυθαίρετα και πεπαλαιωμένα ερμηνευτικά σχήματα της Αριστεράς για την οικονομική κρίση (τα οποία σε άλλες εποχές είχε υιοθετήσει και επιστρατεύσει και το ΠΑΣΟΚ): ένα κατεστημένο, εγχώριο και ξένο, εκμεταλλεύεται επί δεκαετίες έναν αθώο και άδολο λαό και στο τέλος τον πτωχεύει.



Πολιτικολογία αντί πωλήσεων 


 Θα ρίξουμε όλη την ευθύνη στους καλλιτέχνες για την καθυστέρηση της κοινωνίας να ανταποκριθεί στις περιστάσεις; Όχι βέβαια. Τα πρωτεία των ευθυνών διατηρούν οι πολιτικοί. Έπαιξαν όμως και οι καλλιτέχνες τον ρόλο τους στον σύγχρονο διχασμό, ρίχνοντας άκριτα λάδι στη φωτιά των μνημονίων, παρότι όσοι τους γνωρίζουν ξέρουν ότι οι περισσότεροι έχουν έλλειμμα πληροφόρησης για την πολιτική και τα οικονομικά και πλεόνασμα στερεοτύπων. Έχουν όμως πολλά χρήματα από την εποχή που ακόμα και δυο στιχάκια και μια απλοϊκή μελωδία γέμιζαν τα μαγαζιά και έφερναν χρήμα. Και το χρήμα δεν είναι καλός σύμβουλος όταν δεν υπάρχει το αντίβαρο της σεμνότητας και της μόρφωσης. Κάποτε βέβαια το χρήμα στέρεψε, γιατί το οικονομικό μοντέλο των δισκογραφικών εταιρειών κατέρρευσε διεθνώς (λόγω του Ίντερνετ που μοίρασε τη μουσική δωρεάν). Τραγουδιστές και τραγουδοποιοί, εκεί που για μερικές δεκαετίες έπιαναν κάρβουνο και γινόταν χρυσάφι, βρέθηκαν ξαφνικά, λίγο μετά την ανακάλυψη του smartphone, μόνο με κάρβουνο στα χέρια τους, ακόμα και στις σπάνιες περιπτώσεις που είχαν κατεβάσει χρυσάφι από τους ουρανούς της έμπνευσης. Στην Ελλάδα η αγανάκτηση από την επιστροφή στα περιορισμένα οικονομικά μέσα που επέβαλε η νέα τεχνολογία ξέσπασε σε φιλιππικούς κατά της Ευρώπης και του μνημονίου, τους οποίους αναπαρήγαν χωρίς καμία κριτική τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης. 

 Αλλά ας μην επεκταθούμε. Ήδη στο μυαλό του αναγνώστη ανακαλείται η μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια που τραγούδησε φορώντας το κόκκινο πλαστικό γάντι της καθαρίστριας (έστω κι αν η μητέρα της ήταν καθαρίστρια) και ο ταλαντούχος συνθέτης που ήταν σύμβολο ευαισθησίας, αλλά σήμερα προσεύχεται για τη «σωτηρία της ψυχής» σχεδόν μόνο των αριστερών (ο πατέρας του ήταν συναγωνιστής του Μίκη Θεοδωράκη στο ΕΑΜ), μέσα από αριστοφανικά ορατόρια κατά όλων των άλλων. 

 Ο Τάκης Σ. Παππάς, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι, αναφέρει τρεις κύριες αιτίες για τον επίμονο αυτοπροσδιορισμό ευρύτερα των καλλιτεχνών –και όχι μόνο των τραγουδιστών και των τραγουδοποιών– ως «αριστερών»: «Πρώτον, μια γενική και αφηρημένη πίστη σε ένα ουτοπικό μέλλον, πράγμα που ταιριάζει περισσότερο στις εξαγγελίες της Αριστεράς παρά στον ρεαλισμό του Κέντρου και της Δεξιάς. Δεύτερον, η μόδα της Αριστεράς, η οποία καλλιεργήθηκε ήδη από τις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά ακόμη κρατεί καλά, ιδίως στον καλλιτεχνικό κόσμο. Και τρίτον, οι δυνατότητες νέων καλλιτεχνών να εξελίξουν τις καριέρες τους σε χώρους όπου οι κατεστημένοι (και καταξιωμένοι) gatekeepers είναι γνωστοί αριστεροί ή, έστω, αριστερόφρονες». 

 Το (προσωρινό) τέλος των διχασμών 

 Η Αριστερά είναι πολυσήμαντη. Είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να την εγκλωβίσει σε έναν ορισμό. Να μπορεί να γλιστράει μέσα από τα λόγια. Κανείς να μην μπορεί να την προσδιορίσει σε μια συζήτηση. Θυμίζει κβαντικό μέγεθος που ακολουθεί την Αρχή της Απροσδιοριστίας του Χάιζεμπεργκ, βάσει της οποίας, αν προσπαθήσεις να προσδιορίσεις τη θέση ενός σωματιδίου, χάνεις τη μάζα του και, αν προσδιορίσεις τη μάζα του, χάνεις τη θέση του. Η Αριστερά της Μεταπολίτευσης. Η κομμουνιστική. Η προοδευτική. Η ευρωπαϊκή Αριστερά. Η σοσιαλιστική. Η ριζοσπαστική. Η Κεντροαριστερά. Η συμβιβασμένη Αριστερά. Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Η Αριστερά των διανοουμένων. Η Αριστερά των εργαζομένων. Η Αριστερά που ανταγωνίζεται, αλλά και ταυτίζεται με το ΠΑΣΟΚ. Η Αριστερά που μισεί, αλλά και συνεργάζεται με τη Δεξιά. Αριστερά, Κέντρο και Δεξιά συμπλέκονται – αλλά με την Αριστερά να επιβάλλει την αφήγηση. Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στηρίχθηκε σε μια (όχι και τόσο) άρρητη συμφωνία του κατεστημένου με την έως τότε διωκόμενη Αριστερά. Η Αριστερά απαίτησε το άσυλο στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και νέα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Η Δεξιά το δέχθηκε, γιατί η ευρωπαϊκή προοπτική επέβαλλε το τέλος των διχασμών. Έτσι ξεχάστηκαν οι βαριές ευθύνες της Αριστεράς κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, την ίδια ώρα που τα pανεπιστήμια έγιναν χώρος συστηματικής κατήχησης για τις θεωρίες και την προπαγάνδα της.

Πολλοί σαρανταπεντάρηδες σίγουρα θυμούνται ότι ήδη στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο της δεκαετίας του ’70, και ιδιαίτερα των αρχών του ’80, αρκετοί δάσκαλοι και καθηγητές, ορισμένοι από τους οποίους ιδιαίτερα ικανοί στο λειτούργημά τους, δεν έχαναν ευκαιρία να μιλούν ανοιχτά μέσα στις τάξεις για τα θαύματα της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν υπήρχε σχολική γιορτή (με πρώτη τη γιορτή του Πολυτεχνείου) χωρίς έργα του Μίκη που τα μαθαίναμε απέξω. Τα απαγορευμένα έργα του ’60 έγιναν το Κατηχητικό του ’80. Μέσα σε ένα κλίμα αναπαραγωγής αριστερού λόγου και αριστερής σκέψης, τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τους νέους καλλιτέχνες της Μεταπολίτευσης; Αν ο καλλιτέχνης δεν στρατευόταν στην πώληση της ουτοπίας, θα τον εγκατέλειπαν και το κόμμα, και το πλήθος, και ο Τύπος, και η διανόηση. Δεν θα ήταν χρήσιμος ούτε στους ναούς του έντεχνου τραγουδιού ούτε στα φεστιβάλ της Νεολαίας.

 Κι έτσι έγιναν αριστεροί ακόμα και οι πιο ανυποψίαστοι. Κάπως έτσι έφτασε ένας δεξιός καλλιτέχνης όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος, που έχει διατελέσει και ευρωβουλευτής της ΝΔ, να ακούσει ένα βράδυ πριν από λίγα χρόνια στο Gazarte, μετά το πρόγραμμα, μια διάσημη νέα τραγουδίστρια που ήρθε στην παρέα του να του λέει «Εν λευκώ» και με μια κάποια κοριτσίστικη αναίδεια: «Ξέρετε, εγώ είμαι κομμούνι». Ο συνθέτης δεν απάντησε. Το έριξε στο καλαμπούρι με τον γνωστό του τρόπο. Οι δεξιοί καλλιτέχνες, που δεν είναι λίγοι, αποφεύγουν αυτές τις συζητήσεις. Γιατί ξέρουν ότι θα μπλέξουν...

 Η αιώνια γοητεία της Αριστεράς

 Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Νίκος Μαραντζίδης συμπληρώνει την εικόνα με μια εντελώς διαφορετική άποψη: «Περισσότερο από κάθε κοινωνική ομάδα, η περιπέτεια της παγκόσμιας Αριστεράς και των κινημάτων της γοήτευσε τους διανοουμένους και τους καλλιτέχνες», λέει. «Το αίτημα για κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη αποτέλεσε στη σύγχρονη ιστορία έναν αγωγό συναισθημάτων που όμοιό του η ανθρωπότητα είχε να δει από τις εθνικές επαναστάσεις του 18ου-19ου αιώνα στην Αμερική και στην Ευρώπη. Χάρη στη δύναμη της συγκίνησης που διέθετε και στη συναισθηματική φόρτιση που γεννούσε, το αίτημα αυτό μπόρεσε να διατυπωθεί σε λόγια, μουσικές, πίνακες και ταινίες από χιλιάδες καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο».

Η άποψη του κ. Μαραντζίδη είναι πράγματι εύστοχη. Παρ’ όλα αυτά, και σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει η κοινή γνώμη, οι περισσότεροι Έλληνες καλλιτέχνες του τραγουδιού είναι ή παριστάνουν ότι είναι αφελείς πολιτικά. Παρά τα πολλά ταξίδια τους στο εξωτερικό, μοιάζουν σαν να μην έχουν υποψιαστεί ότι, αν ζούσαν στην Ουγγαρία, στην Τσεχία, στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στην Αλβανία και πήγαιναν να τραγουδήσουν σε φεστιβάλ κομμουνιστικού κόμματος, θα ήταν αποσυνάγωγοι της κοινωνίας. Θα είχαν απομονωθεί κοινωνικά και καλλιτεχνικά, γιατί θα εμφανίζονταν ότι υποστηρίζουν μια σκληρή δικτατορία. Θυμάμαι κάποιον φίλο Ευρωπαίο που παρατήρησε σε μια συζήτηση ότι μόνο στην Ελλάδα το σφυροδρέπανο, σύμβολο οπισθοδρόμησης, καταπίεσης και αυταρχισμού σε όλη την Ευρώπη, αναρτάται ακόμα με υπερηφάνεια σε δρόμους και πλατείες. Πόσο διαφορετική από την πολωνική και τη ρουμανική θα ήταν η ελληνική Αριστερά, αν είχε επιβληθεί ως καθεστώς στην Ελλάδα για σαράντα χρόνια; Και όμως, δηλώνουν το «παρών» ακόμα και σήμερα στα ετήσια κομμουνιστικά φεστιβάλ κορυφαίοι Έλληνες και Ελληνίδες καλλιτέχνες. Είναι οι ίδιοι καλλιτέχνες που με αδικαιολόγητη ευκολία ανέχτηκαν τη συγκυβέρνηση Αριστεράς και εθνικιστικής Δεξιάς. Ίσως κρύβεται κάτι σκληρό πίσω από τα γελαστά πρόσωπα των εθνικών ταλέντων. Ίσως να είναι θέμα ψυχρού εμπορικού υπολογισμού. Ή μπορεί απλώς να μη θέλουν ή να μην αντέχουν να αναθεωρήσουν. Ίσως απλώς η εθνική συμφιλίωση που όλοι θεωρούμε δεδομένη να μην έχει βάθος. Οι μνήμες της φτώχειας και της σύγκρουσης που έχουν χαραχτεί στις οικογενειακές μνήμες στις ασπρόμαυρες δεκαετίες δεν σβήνονται εύκολα, όσους πλατινένιους δίσκους κι αν δημιούργησε το εύκολο και φθηνό χρήμα της πληθωριστικής δραχμής, των ευρωπαϊκών πλαισίων στήριξης και του δανεικού ευρώ.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Η Ευρώπη των Εθνών


του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Δύσκολο πράγμα εν έτει 2013 να μιλάς για την Ευρώπη των Εθνών. Οξύμωρο σχήμα, που δεν αντέχει στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Μια παλιά ρομαντική ιδέα που εμπνέει περισσότερη νοσταλγία και λιγότερη αισιοδοξία. Δύσκολο πράγμα στην Ευρώπη του 2013 να επικαλείσαι το ευρωπαϊκό όραμα. Και δεν εννοώ την υπαρκτή Ευρωπαϊκή Ενωση. Αυτή καλά κρατεί, με τους λογαριασμούς της, τη γραφειοκρατία της, τις προδιαγραφές για την αλιεία της ρέγγας και τα αντιβιοτικά. Ενας οργανισμός που συνεχίζει να ζει από αδράνεια. Οπως τα αείμνηστα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού, αυτή επικαλείται τα προνόμια της υπαρκτής δημοκρατίας και διαγκωνίζεται για να αναπνεύσει το οξυγόνο που της αντιστοιχεί στον Λεβιάθαν της παγκοσμιοποίησης.

Οι ηγέτες της κάνουν μούτρα στον Ομπάμα γιατί τους παρακολουθεί, κοιτούν τον Πούτιν με στραβό μάτι, θαυμάζουν την ανάπτυξη της Κίνας και αγωνιούν για τους ρυθμούς της Ινδίας. Και όλα αυτά πιπιλίζοντας τις λέξεις της κοινής τους γλώσσας, που τώρα έχασαν τη σημασία τους. Αλληλεγγύη, ο Βορράς που αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού τον Νότο, κοινή εξωτερική πολιτική η οποία ούτε κοινή είναι, ούτε εξωτερική είναι, ούτε πολιτική είναι. Ποια είναι η διαφορά ευρωπαϊκής αντίληψης ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κεντροδεξιά από την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά; Οι παλιές συγκρούσεις είναι απλώς παλιές και ξεπερασμένες. Και οι καινούργιες δεν παράγουν πολιτική, όπως η οικονομία δεν παράγει θέσεις εργασίας. Η Ευρώπη των εργαζομένων έχει γίνει Ευρώπη των ανέργων, και το ψυχολογικό κενό που ανοίγουν γύρω τους οι αριθμοί των στατιστικών έρχεται να το καλύψει η θεαματική επιδρομή της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, μιας επιθετικής ακροδεξιάς, που απ’ ό,τι όλα δείχνουν θα αλλάξει ριζικά τη γεωγραφία του Ευρωκοινοβουλίου.

Παρ’ όλα αυτά, και παρά τις δυσκολίες, η ευρωπαϊκή ήπειρος παραμένει το πιο βιώσιμο τμήμα του κόσμου. Οπως υπήρξε και σε όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες, τότε που τα ευρωπαϊκά έθνη αποφάσισαν να συνυπάρξουν σε μία κοινότητα, οικονομική κατ’ αρχάς, πολιτική στην ουσία της. Ενα μοναδικό ιστορικό πείραμα. Πώς έθνη με διαφορετικές γλώσσες, και με διαφορετική ιστορία, με κοινές πολιτισμικές αξίες όμως, αποφάσισαν να καταργήσουν μεταξύ τους τα οικονομικά και τα πολιτικά τους σύνορα. Μπορεί οι ιστορικοί του μέλλοντος να κρίνουν πως η διατήρηση της ευρωπαϊκής πολυγλωσσίας ήταν μια λύση ανάγκης, η οποία συνετέλεσε και στην αποτυχία του πειράματος. Ομως, προς το παρόν, ας δεχθούμε το ουσιώδες: τα ευρωπαϊκά έθνη κουβαλούν έναν βαθύ ιστορικό πολιτισμό που καταγράφεται στη μνήμη της γλώσσας τους. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν απαιτούσε την παραγραφή της ιστορίας ούτε υποστήριξε ποτέ πως η ιστορία έχει φτάσει στο τέλος της. Η ιστορία ήταν πανταχού παρούσα στο πείραμα. Η αποτυχία του δεν προκλήθηκε από τις υπερβολικές δόσεις ιστορίας που κουβαλούν τα ευρωπαϊκά έθνη. Το πείραμα άρχισε να κουτσαίνει από τη στιγμή που αυτή η ιστορία, μέσα στον πανικό που προκάλεσε ο σχετικισμός της παγκοσμιοποίησης, άρχισε να λογοκρίνεται.

Στην απώθηση της ιστορίας της χτίστηκε η ψευδαίσθηση της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Θέλοντας να ξεπλύνει το αποικιοκρατικό της παρελθόν, η Ευρώπη κάλεσε τις πρώην αποικίες της σε ένα συμβόλαιο γάμου, χωρίς να αναλογισθεί πως η συμβίωση απαιτεί ένα ελάχιστο υπόβαθρο κοινών αξιών αναφοράς. Στην απώθηση της ιστορίας οικοδομήθηκε και η πεποίθηση πως το κοινό νόμισμα έφτανε για να δημιουργήσει κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση. Απλώς τη βοήθησε να καταρρεύσει εν τη γενέσει της. Και στον ένα και τον άλλο στόχο ακραίοι νεοφιλελεύθεροι και σοσιαλιστές συνεργάστηκαν αρμονικά. Οι μεν επειδή η ομογενοποίηση κουβαλούσε τους απόηχους του παλιού μαρξιστικού ονείρου περί τέλους της ιστορίας, οι δε γιατί βλέπουν την παγκόσμια κοινότητα σαν μια απέραντη δεξίωση δημοσίων σχέσεων, όπου κλείνονται δουλειές, όλο και περισσότερες δουλειές.

Δύσκολο πράγμα να μιλάς εν έτει 2013 για την Ευρώπη των Εθνών. Είναι σαν να θέλεις να γυρίσεις την ιστορία πίσω. Εξάλλου, την επίκληση του έθνους την έχουν καταχραστεί οι ευρωσκεπτικιστές. Ομως, η Ευρώπη των Εθνών είναι μια ένωση που χτίζεται πάνω στην ιστορία της και στον πολιτισμό της. Είμαι Ελληνας γιατί μοιράζομαι κοινές εμπειρίες με άλλους Ελληνες, μαζί με το αίσθημα του τόπου και της παιδικής μου ηλικίας, κυρίως όμως γιατί μιλάω αυτήν τη γλώσσα. Αυτό δεν με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο Ευρωπαίος. Εμαθα γράμματα διαβάζοντας Καζαντζάκη, αλλά και Ουγκώ. Με συγκινεί ο Μπετόβεν, όπως με συγκινούν και τα σμυρναίικα. Και μου έμαθαν πολύ νωρίς στη ζωή μου πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι πολυεθνικός, όπως η Ρώμη του Αυγούστου, για να το ξεχάσω τώρα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη περνάει κρίση. Το πρόβλημα είναι πώς θα την ξεπεράσει. Γιατί στο κάτω κάτω ο πολιτισμός της είναι πολύ ισχυρότερος από την αδυναμία και την ανικανότητα των πολιτικών της διαχειριστών, από την αμνησία των γραφειοκρατών της και τον καιροσκοπισμό των σκεπτικιστών της.

πηγή: Καθημερινή

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Αλήθεια, τι σημαίνει Δεξιά;



του Απόστολου Δοξιάδη / ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η σωστή λειτουργία της Δημοκρατίας στηρίζεται στην ύπαρξη κομμάτων με διακριτές ιδεολογικές θέσεις, ώστε ο πολίτης να έχει τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε ουσιαστικά διαφορετικές πολιτικές προτάσεις. (Το ότι η ιδεολογία πρέπει να βρίσκεται σε αντιστοιχία με την πράξη, το θεωρώ φυσικά αυτονόητο? άλλο αν, όπως πολλά αυτονόητα στην Ελλάδα, σπανίως ισχύει). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το μεγαλύτερο πολιτικό μας πρόβλημα είναι η ανυπαρξία πραγματικής ιδεολογικής διαφοράς ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, τα κόμματα δηλαδή που εκφράζουν εκλογικά τέσσερις στους πέντε Ελληνες.
Η ιδεολογική ισοπέδωση αποτελεί έκφραση της γενικότερης κρίσης αξιών που βασανίζει την κοινωνία μας, της οποίας η οικονομική δεν αποτελεί παρά μέρος. Για να αντιμετωπισθεί η κρίση, λοιπόν, πρέπει να ξεκαθαρίσει η πλειοψηφία των πολιτών, μέσω και των κομμάτων που την εκφράζουν, τις ιδέες της. Αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα πνιγούμε όλοι μαζί στον άχρωμο χυλό του βαθιά αήθους, οπορτουνιστικού λαϊκισμού, που αποτελεί τη μόνη πραγματική ιδεολογία των περισσότερων πολιτικών μας.
Πιστεύω ότι η πιο επείγουσα ανάγκη στο ξεκαθάρισμα του ιδεολογικού τοπίου είναι ο αυτοπροσδιορισμός του πολιτικού χώρου που αποκαλείται συμβατικά «Δεξιά». Κι αυτό γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η Δεξιά αποτελεί το σημείο αναφοράς όλου του πολιτικού φάσματος: τα κόμματα που βρίσκονται αριστερά της ορίζουν τη φυσιογνωμία τους ως απόσταση από αυτήν, ενώ όσα είναι από την άλλη διεκδικούν την πελατεία της, εμφανιζόμενα ως «πραγματική Δεξιά». Την ανάγκη αποτελεσματικού αυτοπροσδιορισμού της ελληνικής Δεξιάς την καθιστά περισσότερο επείγουσα η βαθιά ιδεολογική σύγχυση στην οποία βρίσκεται, εδώ και δεκαετίες.
Η σύγχυση έχει ιστορική αφετηρία. Μέχρι την απριλιανή δικτατορία, η Δεξιά στηριζόταν σε δύο πυλώνες: αντικομμουνισμό και φιλομοναρχία. Ομως, με τη Μεταπολίτευση, οι δύο πυλώνες γκρεμίστηκαν, ο πρώτος τον Ιούλιο του 1974, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, κι ο δεύτερος τον Δεκέμβριο, με το δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Οσοι θυμούνται εκείνα τα χρόνια, γνωρίζουν ότι το γκρέμισμα αυτό δεν ήταν αυτονόητο παρεπόμενο της Μεταπολίτευσης. Χρειαζόταν πολιτικός μεγάλου αναστήματος για να το επιβάλει. Κατά ιστορική ειρωνεία, αυτός ήταν η σημαντικότερη προσωπικότητα της ελληνικής Δεξιάς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Ο Καραμανλής ήταν άνθρωπος των έργων, όχι των λόγων, κι αυτό ήταν το βασικότερο προσόν του. Ηταν όμως και η αχίλλειος πτέρνα του: η αδιαφορία του να δώσει στη Δεξιά ένα νέο ιδεολογικό στίγμα στη θέση αυτού που της αφαίρεσε, πέραν του φιλοδυτικού προσανατολισμού, ήταν το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος του. Η ιδεολογική γύμνια φάνηκε ξεκάθαρα ήδη το 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ, κόμμα αρχικά σαφώς αριστερότερο της προδικτατορικής Ενωσης Κέντρου, απορρόφησε όλους τους ψηφοφόρους της που είχαν στηρίξει μεταδικτατορικά τον Καραμανλή.
Πώς έγινε αυτό; Ο Ανδρέας Παπανδρέου κέρδισε τους κεντρώους με ένα συγκλονιστικά αποτελεσματικό σύνθημα: «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Το σύνθημα λειτούργησε αόρατα, υποδόρια, πέρα και πίσω από αυτό που φαίνεται να δηλώνει επιφανειακά, ότι δηλαδή ο ελληνικός λαός απεχθάνεται τη Δεξιά. (Αυτό άλλωστε είναι προφανώς ψευδές, αφού ο λαός περιλαμβάνει και τη Δεξιά, και ενίοτε σε μεγάλα ποσοστά: το 1974, ο Καραμανλής είχε εκλεγεί με 54,4 τοις εκατό.) Οχι. Η κρυφή δύναμη του συνθήματος δεν βρίσκεται στις μεγάλες λέξεις, «Λαός» και «Δεξιά», αλλά στο φαινομενικά αθώο «σημαίνει». Η νέα Δεξιά του Καραμανλή ήταν πανδύσκολος αντίπαλος, οπότε ο Ανδρέας ανέστησε και έβαλε στη θέση της την παλιά! Με το σύνθημά του, ο Ανδρέας όρισε το νόημα της έννοιας «Δεξιά» κατά τα γούστα του, διαγράφοντας διαμιάς τα μεταπολιτευτικά επιτεύγματα του Καραμανλή, και υποβάλλοντας την ιδέα ότι η Δεξιά είναι («σημαίνει») αυτό που ήταν προ-δικτατορικά: η Δεξιά της υπακοής στο κελεύσματα του Παλατιού, δηλαδή -στη νέα εκδοχή- των ξένων, η Δεξιά της μισαλλοδοξίας και των διώξεων. Ετσι, το 1981 οι Ελληνες δεν υπερψήφισαν τόσο το (ουσιαστικά άγνωστό τους) ΠΑΣΟΚ, όσο καταψήφισαν ένα βρικόλακα, που ο Ανδρέας τους έπεισε ότι είχε βγει από τον τάφο.
Κι ο μεν Ανδρέας τη δουλειά του έκανε, και την έκανε άριστα. Ομως η Νέα Δημοκρατία τι έχει κάνει, από το 1981, για να αποκτήσει ένα σοβαρό ιδεολογικό πρόσωπο, που θα αναπληρώσει το προδικτατορικό, που ακύρωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής; Τι έχει κάνει για να δώσει στους Ελληνες μια πειστική ιδεολογική εναλλακτική στα ξοφλημένα μεταδικτατορικά ιδεολογήματα της Αριστεράς; Φοβούμαι τίποτε. Ή, μάλλον, κάτι ακόμη λιγότερο: αντί να προοδεύει, συνεχώς χειροτερεύει. Αντί να δημιουργήσει ένα ουσιαστικό και συνεπές όραμα για τη συντηρητική παράταξη, αναμασά κοινοτοπίες, ωραιοποιεί τα αντικοινωνικά αιτήματα των άθλιων συντεχνιών της, προσπαθεί -και δυστυχώς συχνά τα καταφέρνει- να ξεπερνά σε λαϊκισμό ακόμη και το λεγόμενο «βαθύ ΠΑΣΟΚ».
Το πρόβλημα λοιπόν της σημερινής Δεξιάς δεν είναι αυτό που της δημιούργησε ο Ανδρέας, το 1981, ότι «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει». Το πρόβλημά της είναι ότι έχει ξεχάσει τι σημαίνει, αυτή η ίδια.
* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

Η Δύση αντεπιτίθεται



Πάσχος Μανδραβέλης / ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τον Ιούλιο του 1942 η αφρόκρεμα της ιαπωνικής διανόησης συγκεντρώθηκε στο Κιότο για ένα συνέδριο που είχε στόχο την καταδίκη των βλαβερών συνεπειών του δυτικού πολιτισμού και την ανάδειξη του μεγαλείου αυτού που ονομαζόταν «ανατολικό πνεύμα». Οσα ειπώθηκαν εκεί παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον διότι επαναλαμβάνονται κατά καιρούς, ακόμη και σήμερα. Κάποιοι υποστήριξαν ότι ο «εκδυτικισμός της Ιαπωνίας έμοιαζε με επιδημία που είχε προσβάλει την ιαπωνική ψυχή... Η βλαβερή εξειδίκευση της γνώσης είχε θρυμματίσει την ολότητα του ανατολικού πολιτισμού». Ολοι συμφώνησαν ότι η ιαπωνική παράδοση και κουλτούρα «διαθέτει πνευματικότητα και βάθος, ενώ η σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα ήταν κίβδηλη... Η Δύση, ιδίως στις ΗΠΑ, είναι παγερά μηχανιστική. Μόνο η ολιστική και παραδοσιακή Ανατολή, ενωμένη από την θεία ιαπωνική αυτοκρατορική τάξη, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την πνευματική υγεία μιας οργανικής κοινότητας». Κατά συνέπεια «ο πόλεμος ενάντια στη Δύση ήταν ένα πόλεμος ενάντια στον “φαρμακερό υλιστικό πολιτισμό” που εδραιώνεται στη χρηματοοικονομική καπιταλιστική ισχύ των εβραίων».
Θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Η ίδια κριτική δεν γίνεται στις μαντράσες του Πακιστάν και στις εκκλησίες εδώ; Στο ίδιο μεταφυσικό δόγμα δεν στηρίζεται μια σειρά θεωριών για τους χαμένους κοινοτικούς παραδείσους του παρελθόντος; Δεν είναι για πολλούς, ο υλιστικός δυτικός πολιτισμός, αυτός που αλλοτριώνει τον άνθρωπο και τον κάνει δυστυχισμένο; Δεν είναι το ελληνοχριστιανικό πνεύμα, η ρώσικη ψυχή, το θεϊκό ήθος του Ισλάμ που θα μας σώσει από τα δεινά που έφερε ο δυτικός τρόπος ζωής;
Το περίεργο είναι ότι και αυτή η μεταφυσική κριτική του δυτικού πολιτισμού, δυτική είναι. Οπως δείχνουν, οι Ian Buruma και Avishai Margalit στο βιβλίο τους «Δυτικισμός. Η Δύση στα μάτια των άλλων» αυτή η κριτική ξεκινάει από το κίνημα του ρομαντισμού, αυτού που ο μεγάλος φιλόσοφος Isaiah Berlin το ενέτασσε στο κίνημα του αντιδιαφωτισμού. Σύμφωνα με τους δύο καθηγητές «το ρομαντικό σχήμα χρησιμοποιεί τις θρησκευτικές φάσεις: την αθωότητα, την πτώση και τη λύτρωση». Η αθωότητα υπάρχει πάντα στο παρελθόν, τώρα ζούμε την πτώση (με τον «πλήρη κατακερματισμό της ανθρώπινης ύπαρξης», τον «χυδαίο καταναλωτισμό», τον «υλισμό που πνίγει την πνευματικότητα») και η λύτρωση θα έρθει με την καταστροφή του δυτικού πολιτισμού που είναι φορέας όλων αυτών των ασθενειών.

Αυτή είναι η κοινή συνιστώσα κάθε έκφρασης του ρομαντικού ανορθολογισμού. Θρησκευτικού και κοσμικού. «Οπισθεν ολοταχώς» διακήρυττε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, τη χαμένη ενότητα Θεού κι ανθρώπων επιχείρησαν να αποκαταστήσουν οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, «οδυνηρά όμορφο» ονόμαζε τον κόσμο του 1800 ο οικολόγος Τζέιμς Λάβλοκ –τότε που υπήρχε η ενότητα των ανθρώπων με την Γαία. Το αστείο είναι ότι η θεωρία της Γαίας ως ζωντανού οργανισμού, που ανέπτυξε ο Λάβλοκ, δεν είναι καινούργια. Στο έργο του «Φιλοσοφία της Φύσης» (1797) ο Γερμανός ρομαντικός Φρίντριχ Σέλινγκ περιγράφει το σύμπαν ως ζωντανό οργανισμό που συμπεριφέρεται με συγκεκριμένη στοχοθεσία. Μπορούμε να μαντέψουμε ποιος είναι το ενοχλητικό τσιμπούρι σ’ αυτόν τον ζωντανό οργανισμό που ονομάζεται σύμπαν ή Γαία. Φυσικά ο δυτικός άνθρωπος, ο οποίος θέλει να τιθασεύσει προς όφελός του τη φύση, να την εκτρέψει από τη συγκεκριμένη στόχευση, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να αντιμετωπίσει τη νέμεση.

Κατά τους Buruma και Margalit το «δυτικιστικό» λεξιλόγιο παραμένει αναλλοίωτο από την εποχή του ρομαντισμού για να προσδιορίσει το καλό και το κακό. Το «οργανικό» είναι η καλή λέξη και το «μηχανικό» είναι η κακή λέξη. «Το οργανικό πνεύμα επιτρέπει στα άτομα να γίνουν ένα με τον εαυτό τους, ένα με τους άλλους (την κοινότητα), ένα με τη φύση ή ένα με τον Θεό» (διαλέγετε και παίρνετε, ανάλογα με τις εκφάνσεις του αντιδιαφωτισμού).

«Υπήρξε η κοινή ρομαντική εκδοχή ότι η υπερβολική δόση ορθολογισμού προκαλούσε την τελική αποσάθρωση αυτού που κάποτε ήταν ο ζωτικός οργανισμός της Δύσης. Ο ρασιοναλισμός θεωρείται δυτική ασθένεια: εξυπνάδα δίχως σοφία» (η σοφία θεωρείται χαρακτηριστικό όλων των προηγούμενων πολιτισμών). Κατά τους ρομαντικούς κάθε εποχής και δόγματος «το δυτικό πνεύμα μπορεί να κατακτήσει την οικονομική επιτυχία και να αναπτύξει οποιαδήποτε προηγμένη τεχνολογία, αλλά δεν είναι ικανό να προσεγγίσει το υψηλότερο νόημα της ζωής, γιατί στερείται πνευματικότητας και διακρίνεται από την αδυναμία του να κατανοήσει τον ανθρώπινο πόνο». Εκτός, δηλαδή, από τον «ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό» έχουμε και τον «ανάλγητο διαφωτισμό».
Η αλήθεια είναι ότι η Δύση και ο πολιτισμός της έχει κατηγορηθεί για τα πάντα. Ακόμη και για την καταστροφή του πλανήτη (που θα έρθει). Εχει κατηγορηθεί για τη δουλεία, για την αποικιοκρατία, για τον ολοκληρωτισμό, για την περιβαλλοντική καταστροφή, για τη φτώχεια, αλλά και για τον πλούτο.

Η αλήθεια όμως επίσης είναι ότι η κριτική αυτή γίνεται με δυτικούς όρους. Οι θεωρίες αμφισβήτησης του δυτικού πολιτισμού γεννήθηκαν και φούντωσαν στη Δύση πριν μεταφυτευθούν σε άλλους πολιτισμούς για να πάρουν εκεί τα ιδιαίτερα, αλλά επιφανειακά τους χαρακτηριστικά. Δουλεία, για παράδειγμα, ανέπτυξαν όλες οι προ της βιομηχανικής επανάστασης κοινωνίες του κόσμου. Θεωρία κατά της δουλείας μόνο στη Δύση αναπτύχθηκε. Εκμετάλλευση υπήρχε και υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες. Η πολεμική κατά της εκμετάλλευσης ξεκίνησε και άνθησε στη Δύση.

Το θετικό είναι ότι απέναντι σε όλη αυτήν την κριτική, άρχισε να αναπτύσσεται στη Δύση ένα άλλο πνευματικό ρεύμα που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «ώς εδώ». Δεν αποσιωπά τα προβλήματα, τα λάθη ή τα εγκλήματα της Δύσης, αλλά δεν αποσιωπά επίσης ότι ο δυτικός πολιτισμός υπήρξε ο πιο ευεργετικός πολιτισμός για τον άνθρωπο. Απελευθέρωσε λαούς από χρόνιες τυραννίες, διεύρυνε το προσδόκιμο ζωής, βελτίωσε την υλική ευημερία (ακόμη και στον Τρίτο Κόσμο), έδωσε στο ανθρώπινο ον υπόσταση. Είναι ο πολιτισμός που κρίνει αυστηρά –και κάποιες φορές άδικα– τον εαυτό του. Οχι με μεταφυσικά κριτήρια της θρυλούμενης «ενότητας του ανθρώπου με τη φύση, την κοινότητα, τον Θεό». (Αλήθεια πότε υπήρξε αυτή; Οταν λιθοβολούσαν τις μοιχούς, θανάτωναν τους υβριστές της εξουσίας, ή είχαν τα παιδιά και τις γυναίκες υποζύγια;) Αντιθέτως κρίνει τον εαυτό του με πραγματικούς όρους. Οι ανισότητες εντός των κοινωνιών ή διεθνικά είναι αντικείμενο μεγάλης συζήτησης εντός της Δύσης, αλλά μπορεί να γίνει: δεν συγκρίνει την άμετρο ευτυχία των παρελθόντων ανθρώπων, μετράει και κρίνει υπαρκτές παραμέτρους: σήμερα πεθαίνουν 61 παιδιά του Τρίτου Κόσμου στα χίλια, ενώ στη Δύση το ποσοστό αυτό είναι 5 τοις χιλίοις.

Eίναι δίκαιος, ελεύθερος, καλός ο δυτικός πολιτισμός; Οχι. Aλλά είναι το πιο δίκαιος, το πιο ελεύθερος και το πιο καλός απ’ όσους γνώρισε μέχρι σήμερα ο κόσμος. (Προσοχή! όχι σε σχέση με όσα ονειρευτήκαμε ή θελήσαμε να χτίσουμε, αλλά σε σχέση με όσα ζήσαμε και μπορούμε να συγκρίνουμε.) Εχει δε και τους μηχανισμούς να γίνει ακόμη πιο δίκαιος, ακόμη πιο ελεύθερος, ακόμη πιο καλός. Δεν τα καταφέρνει πάντα, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται, και κυρίως: ο αγώνας επιτρέπεται.
Τα «φαιοκόκκινα μέτωπα»
«Ενα από τα πλέον περίεργα φαινόμενα της σύγχρονης περιόδου», γράφει στη «Γοητεία του Ανορθολογισμού», ο Richard Wolin, «είναι αναμφίβολα το γεγονός ότι η κληρονομιά του Διαφωτισμού δέχεται επιθέσεις όχι μόνο από τους συνήθεις υπόπτους της πολιτικής Δεξιάς, αλλά και από εκπροσώπους της ακαδημαϊκής Αριστεράς». Αυτό βέβαια δεν είναι νέο, ούτε περίεργο. «Η επιθυμία για υπέρβαση του δυτικού νεωτερισμού κατά τη δεκαετία του ’30 στην Ιαπωνία», αναφέρουν οι Buruma και Margalit, «υπήρξε έντονη τόσο στους κύκλους των μαρξιστών διανοουμένων, όσο και στους κύκλους των δεξιών σοβινιστών».
Με δεδομένο ότι η Αριστερά αποτελεί μια έκφραση του Διαφωτισμού το παράδοξο αυτό μόνο με ψυχολογικούς όρους μπορεί να ερμηνευτεί. Οποτε η Ιστορία δεν τους κάνει τη χάρη να κινηθεί στην τροχιά που κάποιοι προφητεύουν δεν αμφισβητούν το εποικοδόμημα της σκέψης τους, αλλά τα θεμέλια με αποτέλεσμα να υποκύπτουν στη «γοητεία του ανορθολογισμού».
Ιnfo
- Ian Buruma, Avishai Margalit «Δυτικισμός. Η Δύση στα μάτια των άλλων», εκδ. «Κριτική».
- Πασκάλ Μπρικνέρ «Η τυραννία της μεταμέλειας. Δοκίμιο πάνω στον δυτικό πολιτισμό», εκδ. Αστάρτη.
- Οριάνα Φαλάτσι «Οργή και περηφάνια», εκδ. Γκοβόστη.
- Richard Wolin, «Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό», εκδ. Πόλις

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Χρεοκοπία, πολιτική και ηθική



Του Νικου Γ. Ξυδακη
Η κρίση ανοίγει τα μάτια, τουλάχιστον σε όσους θέλουν να τα ανοίξουν, και μας δείχνει με τρομερή διαύγεια όσα από χρόνια συνόδευαν τον δημόσιο βίο και τα προσπερνούσαμε. Ενα κυρίως: τη φθορά της δημοκρατίας, τη δυσφορική μεταδημοκρατία, έτσι όπως την οσμιζόμαστε να μας κυκλώνει από καιρό, και τώρα τη βλέπουμε να αποσαθρώνεται μπρος στα μάτια μας και να μας σκεπάζει με τα σαρίδια και τ’ αποκαΐδια της χαμένης ύλης της.
 
Από την αρχή της οικονομικής κρίσης, και πολύ νωρίτερα ακόμη, επισημαίναμε όχι μόνο τη διάχυτη δυσφορία για το συστημικό αδιέξοδο και τις βαρύτατες ευθύνες των ηγετικών ελίτ, αλλά και το γεγονός ότι η κρίση είναι κατ’ ουσίαν βαθύτατα πολιτική, ως εκ τούτου οι λύσεις δεν μπορούν παρά να είναι αναλόγως πολιτικές, αναγεννητικές του πολιτεύματος εν γένει, και όχι τεχνικές διαχείρισης του οικονομικού προβλήματος. Ωστόσο, τρία χρόνια από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, και αφού εν τω μεταξύ έχουν ήδη μεσολαβήσει δύο Μνημόνια, μία επίσημη χρεοκοπία διά της αναδιάρθρωσης χρέους, μία καθαίρεση πρωθυπουργού, μία δικομματική κυβέρνηση υπό τεχνοκράτη πρωθυπουργό, δύο εκλογικές αναμετρήσεις και μία τρικομματική κυβέρνηση, το ελληνικό πρόβλημα εξακολουθεί να προσεγγίζεται ως οικονομικό και όχι ως πολιτικό.
 
Δύο από τις πολλές όψεις της πολιτικής παρακμής: η ασύμμετρη σχέση ιδιωτικού και δημόσιου· και η ηθική απαξίωση της δημοκρατικής λειτουργίας και των πολιτικών προσώπων. Και τα δύο συμπτώματα της φθαρμένης δημοκρατίας διαπερνούν την τρέχουσα ρητορική με πολλούς τρόπους, φανερά ή έμμεσα· και τα δύο συμπτώματα δείχνουν πόσο εξασθενημένα είναι τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους.
 
Τη δυστροφική και στρεβλή σχέση δημόσιου–ιδιωτικού τη διαπιστώνουμε στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι Ελληνες τον χώρο, την ίδια τους την πατρίδα, αλλά και τις λειτουργίες του κράτους. Οσο νοικοκύρηδες είναι στον ιδιωτικό τους χώρο και μαχητικοί υπερασπιστές του, τόσο αδιάφοροι ή και εχθρικοί είναι απέναντι στον κοινόχρηστο δημόσιο χώρο. Η ατομική ιδιοκτησία είναι ιερή, λαμβάνει όλη τη φροντίδα και την ενέργεια· ο δημόσιος χώρος, το κοινό, επαφίεται στη φροντίδα των αιρετών αρχόντων ή στην τύχη του, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως λεία. Η αδιάφορη–εχθρική σχέση με τον δημόσιο χώρο, δηλαδή με την υλική έκφραση της δημόσιας σφαίρας, επεκτείνεται αναλόγως και στους άυλους θεσμούς και στις λειτουργίες του δημοκρατικού κράτους: η συμμετοχή δεν εκλαμβάνεται ως ευθύνη και συνεργασία, αλλά ως συναλλαγή. Από αυτή την άποψη, η πελατειακότητα, ένα πολύ πρώιμο χαρακτηριστικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εξακολουθεί να κυριαρχεί στην ύστερη ελληνική δημοκρατία, μαζί με άλλα μετανεωτερικά χαρακτηριστικά.
 
Ενα απ’ αυτά τα μετανεωτερικά στοιχεία είναι η εμμονική ρητορική περί απομείωσης του κράτους, νεοφιλελεύθερης καταγωγής: το κράτος φταίει για όλα τα δεινά, το κράτος πρέπει να μειωθεί έως εξαφανίσεως, λιγότερο κράτος κ.ο.κ. Ενώ είναι απολύτως ορθό και θεμιτό να ζητάμε δίκαιο, ορθολογικό και αποτελεσματικό κράτος, προ πάντων δημοκρατικό, ώστε να εγγυάται την ισότητα, απεναντίας είναι εντελώς ανορθολογικό και ανιστορικό να ζητάμε την εξασθένηση του εργαλείου επειδή ο χρήστης είναι φαύλος ή ανίκανος. Η εξαχρείωση των πολιτικών προσώπων και των κρατικών λειτουργών δεν θα εξαφανιστεί αν εξασθενήσει το κράτος. Αντιθέτως, μόνο ένα λειτουργικό, ισχυρό δημοκρατικό κράτος μπορεί να εγγυηθεί την ισονομία, τη δικαιοσύνη, τον έλεγχο της αυθαιρεσίας και των σφετεριστών της εξουσίας.
 
Σε αυτό το σημείο εισέρχεται το άλλο σύμπτωμα της εγχώριας μεταδημοκρατίας: η ηθική απαξίωση των πολιτικών προσώπων και των θεσμών. Μια βασική έκφραση, αλλά και αιτία μαζί, είναι η αυτοπροστασία των πολιτικών από τον έλεγχο και την τιμωρία, η περιβόητη ασυλία που έχουν θεσπίσει για τους εαυτούς τους. Αλλη έκφραση είναι η πεισμώδης εθελοτυφλία ενώπιον των φαινομένων διαφθοράς και η κυνική απόρριψη της πολιτικής ευθύνης. «Οποιος έχει στοιχεία, να πάει στον εισαγγελέα!»
 
Με αυτά τα λόγια ο πρώην πρωθυπουργός Κ. Σημίτης όρισε προ ετών, επί Ισχυράς Ελλάδος, το πολιτικό πλαίσιο της μη διερεύνησης σκανδάλων και της ατιμωρησίας. Δυστυχώς για τον πρώην πρωθυπουργό και για την ασθενή δημοκρατία, πλειάδα κορυφαίων συνεργατών και υπουργών του ευρέθησαν αργότερα διωκόμενοι ή υπόδικοι για τεράστια σκάνδαλα, από τους Μαντέλη και Τσουκάτο έως τον Τσοχατζόπουλο.
 
Εκτοτε το σημιτικό πλαίσιο, υπονομευτικό και εξευτελιστικό για την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία, διευρύνθηκε από άλλους ικανούς συνηγόρους: η εντυπωσιακά κυνική διάκριση του «νόμιμου» από το «ηθικό», κατά Γιώργο Βουλγαράκη, παραμένει ισχυρή και δραστική έως σήμερα, όπως επιβεβαίωσε έργω και λόγω ο Βύρων Πολύδωρας, για μία ημέρα πρόεδρος της Βουλής. Το νόμιμο δικαίωμα του νεποτισμού επικαλέστηκε κι αυτός.
 
Κανείς όμως εισαγγελέας δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη χαμένη τιμή του πολιτικού κόσμου. Αντιθέτως, ο κυνισμός, η νομότυπη ανηθικότητα, η αλαζονεία και η απληστία των αιρετών, εντέλει η προδοσία της ηθικής αποστολής του αιρετού και η κατοδολίευση της εντολής, οδήγησαν στο μαζικό μούτζωμα της Βουλής και στα τυφλά γιαουρτώματα.
 
Η ηθική εξαχρείωση των προσώπων σημαίνει εκχώρηση εξουσίας σε εξωθεσμικά κέντρα, εκτός δημοκρατικού ελέγχου: ο ηθικά επιλήψιμος πολιτικός είναι πολλαπλώς εκβιαζόμενος, ουσιαστικά όμηρος. Η δε δημόσια σφαίρα μετατρέπεται σε αρένα σύγκρουσης οργανωμένων συμφερόντων, όπου κατασπαράζονται όλοι: έντιμοι, Δον Κιχώτες, εισαγγελείς, θεσμοί και ιδέες. Η ηθική και πολιτική χρεοκοπία προηγήθηκε της οικονομικής.

πηγή: Καθημερινή

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Αυτή τη φορά δεν θα χρειασθούν όπλα

του Στέφανου Κασιμάτη

«Οι άνθρωποι του κέντρου, και προπάντων οι άνθρωποι της Δεξιάς, έχουν συχνά το απίστευτο ελάττωμα να μην μελετούν ή και να μην διαβάζουν καν τα κείμενα της Ακρας Αριστεράς. Ασχολούνται με τα δικά τους κείμενα, με τις δικές τους έριδες». Είναι μια διαπίστωση του Ευάγγελου Αβέρωφ, που διατυπώνεται εν παρόδω στη θαυμάσια –και αδίκως αγνοημένη– ιστορία του της εμφύλιας διαμάχης του 1946 - 49 («Φωτιά και τσεκούρι»). Πάνω από 30 χρόνια αφότου ο Αβέρωφ έγραψε το βιβλίο, αναρωτιέμαι αν η διαπίστωσή του έχει σήμερα οποιαδήποτε αξία. (Εξάλλου, αν διαβάζει κανείς τις ανακοινώσεις της ΔΑΚΕ, δικαιούται να ισχυρίζεται ότι τα κείμενα της Αριστεράς σήμερα τα γράφει η Δεξιά...)
Η Μεταπολίτευση ισοπέδωσε ό,τι είχε αφήσει η χούντα των συνταγματαρχών από την αστική παράδοση του τόπου και, ουσιαστικά, εγκατέστησε στην εξουσία τις αξίες και τις ιδέες της Αριστεράς, που έγιναν η παραδεδεγμένη αλήθεια της εποχής, μεταμορφώνοντας ακόμη και αυτή τη Δεξιά. (Μια Δεξιά, η οποία σήμερα, υπό τον Α. Σαμαρά, έχει καταντήσει να ανταγωνίζεται το ΚΚΕ διεκδικώντας τους ίδιους ψηφοφόρους...) Ετσι είδαμε, λ.χ., τον Κωστάκη Καραμανλή να αυτομαστιγώνεται (μεταφορικώς – πάλι καλά) στη Μακρόνησο ή να εκστασιάζεται από τη σοφία του Χαρίλαου Φλωράκη. Βλέπουμε, επίσης, ότι η ιδιότητα του αντικομμουνιστή –κάτι ταυτόσημο με την ιδιότητα του αντιφασίστα και απολύτως αυτονόητο για οποιονδήποτε δημοκρατικό πολίτη στις χώρες της Δύσης– να εκτοξεύεται πλέον ως εσχάτη κατηγορία από την Αριστερά προς όσους της επιτίθενται καίρια, όπως π.χ. προ καιρού κατά του Θ. Πάγκαλου, ενώ οι υπόλοιποι πολιτικοί των αστικών κομμάτων επιδεικνύουν έναντι της Αριστεράς τον ίδιο –υποκριτικό, ενδεχομένως– σεβασμό που έχουν και για την Εκκλησία. (Εν προκειμένω, ο παραλληλισμός δεν είναι καθόλου υπερβολικός: σκεφθείτε πόσο λίγοι είναι εκείνοι που εφαρμόζουν στην καθημερινότητά τους τις επιταγές της Εκκλησίας, εν σχέσει με εκείνους που αναγνωρίζουν και σέβονται τον θεσμικό ρόλο της...)
Γιατί, λοιπόν, το χρηματοδοτούμενο από τον προϋπολογισμό ΚΚΕ να μην δηλώνει ευθέως ότι δεν αναγνωρίζει το Σύνταγμα και γιατί να μην αρνείται τον έλεγχο στα οικονομικά του; Είναι μια «δημοκρατική» κατάκτησή του, όταν, μπροστά σε αυτή τη συμπεριφορά του, οι πολιτικοί των αστικών κομμάτων το βουλώνουν σεμνοτύφως και παριστάνουν ότι δεν τρέχει τίποτα. Είναι κωμικοτραγικό να έχει σήμερα τέτοια σημαίνουσα θέση η Αριστερά στην κοινωνία, αν το σκεφθείτε. Διότι αν η Ιστορία της χώρας είχε πάρει την κατεύθυνση που επεδίωξε να της δώσει από το 1943 με τα όπλα, στην αυγή του 21ου αιώνα, το μόνο εξαγώγιμο προϊόν που θα είχε η χώρα θα ήταν η Ελληνίδα, η οποία θα ανταγωνιζόταν επαξίως τα παρεμφερή «προϊόντα» του σοσιαλιστικού σχολείου, όπως τη Ρωσίδα, την Ουκρανέζα, τη Μολδαβή κ.ά. Εν τούτοις, από την πλευρά τους, δικαίως νοσταλγούν στο ΚΚΕ τον «ηρωικό Δεκέμβρη του ’44» και δηλώνουν σε δημόσιες εκδηλώσεις ότι μελετούν τα λάθη τού τότε «με σκοπό να γίνουμε πιο ικανοί στην οργάνωση της ταξικής πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας» (βλ. «Ριζοσπάστη», 6/12/2011, σελ. 21). Διότι, ενώ το 1936 το ΚΚΕ ήταν ένα κόμμα του 5,75% και των 15 εδρών στη Βουλή των 300, το 1944 παρ’ ολίγο να καταλάβει την εξουσία με τα όπλα.
Είναι πολλές και τεράστιες οι διαφορές μεταξύ της σημερινής εποχής και της δεκαετίας του 1940, όπου το ΚΚΕ σχεδόν έφθασε στον θρίαμβο. Ασφαλώς, δεν υπάρχει ξένη κατοχή –παρά τις ρητορικές μπούρδες της Αριστεράς–, υπάρχουν όμως δύο παράγοντες που ευνοούν την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, κατά τρόπο που συμφέρει την Αριστερά. (Το δείχνει άλλωστε και η πρόσφατη δημοσκόπηση της Public Issue). Ο πρώτος είναι η δραματική μείωση του βιοτικού επιπέδου –πλαστού εν πολλοίς και οφειλόμενου κυρίως στην κατασπατάληση του μέλλοντος– λόγω της οικονομικής κρίσης. Ο δεύτερος, τον οποίον εκμεταλλεύεται κατά κόρον η Αριστερά, είναι η πολιτική απουσία, όπως και τότε, της αστικής παράταξης: διαλυμένη μέσα στη χοάνη πολυσυλλεκτικών, λαϊκίστικων κομμάτων, που ανταγωνίζονται ποιο θα προσφέρει την πιο ελκυστική κεϋνσιανή, σοσιαλδημοκρατική πλατφόρμα, η φωνή της αστικής παράταξης έχει εκλείψει.
Δεκέμβριος του 2011, σε μια Ελλάδα, όπου θεωρείται ταμπού η πώληση δημόσιας περιουσίας, όπως και η κατάργηση ηλίθιων νομοθετικών περιορισμών, που λειτουργούν εις βάρος της επιχειρηματικότητας και υπέρ της διαφθοράς του Δημοσίου. Σε μια Ελλάδα όπου ένας υπερευαίσθητος –στα όρια της υστερίας– υπουργός κερδίζει τη μάχη για την απελευθέρωση της πώλησης του βρεφικού γάλακτος (!), ενώ ένας άλλος κοκορεύεται που δεν τον ενοχλεί η τελετουργία της θραύσης των μαρμάρων από τους αναρχικούς. Σε μια Ελλάδα, όπου αν μιλήσεις για τον Τσώρτσιλ, τον Σκόμπι, τον Χόκσγουερθ, όλους αυτούς που έβαλαν πλάτη για να μην γίνει η Ελλάδα ένα είδος «Ριβιέρας του Αδη» στη Σοβιετική Αυτοκρατορία, θεωρείσαι φασίστας – και μόνον οι κομμουνιστές δικαιούνται να θυμούνται και να γιορτάζουν. Μια Ελλάδα, την οποία αυτή τη φορά η Αριστερά δεν θα χρειαστεί να πάρει τα όπλα για να την κατακτήσει. Εχοντας αλώσει το δημοκρατικό σύστημα με την ιδεολογική υπεροχή που της παραχώρησε ηλιθίως η Δεξιά, το μόνο που χρειάζεται είναι να παίρνει τις ψήφους των αδαών...

πηγή: Η Καθημερινή

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Η ανάγκη ανασυγκρότησης του Δημοσίου

του Αλέξανδρου Αρβανιτάκη,
πολιτικός επιστήμων, στέλεχος της Γραμμ. Πολιτικού Σχεδιασμού της Νέας Δημοκρατίας


Η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης αποτελεί μια βασική, ενδεχομένως τη βασικότερη, αιτία που η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και να αναλάβει μια αναπτυξιακή τροχιά. Αναποτελεσματικότητα που πηγάζει από τις χρόνιες παρεμβάσεις του κομματικού συστήματος στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης

Αυτό ακριβώς το δομικό μειονέκτημα καλείται σήμερα η πολιτική τάξη, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα, να μετατρέψει σε πλεονέκτημα για να καταστεί δυνατή η επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας.
Οι κύριες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν στην κατεύθυνση της ριζικής ανασυγκρότησης του κράτους αφορούν την αλλαγή της αρχιτεκτονικής της δημόσιας διοίκησης και τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Δυστυχώς, συχνά η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στο μέγεθος του κράτους, όσον αφορά τον αριθμό των απασχολούμενων. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι αν δεν αποφασιστούν αλλαγές στην αρχιτεκτονική της κρατικής μηχανής δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιος είναι ο απαιτούμενος αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, τα απαραίτητα προσόντα, η κατανομή τους κ.α.

Η σημερινή χαοτική διάρθρωση της δημόσιας διοίκησης παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα: κατακερματισμένες και αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, διοικητική ευθύνη που χάνεται ανάμεσα στα επάλληλα επίπεδα υπογραφών, φορείς που συνεχίζουν να υφίστανται παρότι ο σκοπός ίδρυσή τους έχει εκλείψει προ πολλού, οργανογράμματα δημόσιων φορέων με προβλέψεις προσωπικού προ 20ετίας, πολυνομία με την ύπαρξη χιλιάδων (συχνά αντιφατικών) νομοθετικών διατάξεων κ.α

Μια νέα αρχιτεκτονική πρέπει να θέσει σε νέες βάσεις την παροχή υπηρεσιών από το Δημόσιο, έχοντας στο επίκεντρο την εξυπηρέτηση του πολίτη. Η υιοθέτηση πρακτικών «διοίκησης ολικής ποιότητας» που θα εστιάζει σε διαδικασίες, και όπου θα ορίζονται μετρήσιμοι και συγκρίσιμοι στόχοι ανά υπηρεσία και υπάλληλο, είναι ένα από τα στοιχεία του σύγχρονου management που οφείλει να αποκτήσει η δημόσια διοίκηση.

Μια καίρια μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση της παροχής ουσιαστικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών προς τον πολίτη, ώστε να πάψει η ταλαιπωρία του στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, είναι η πλήρης διαχείριση της επαφής της δημόσιας διοίκησης με τον πολίτη από «υπηρεσίες μιας στάσης» (one stop shop). Υπηρεσίες, όπως είναι τα σημερινά ΚΕΠ, με ακόμα πιο διευρυμένο πεδίο αρμοδιοτήτων, όπου ο πολίτης θα προσφεύγει για την εξυπηρέτηση του, θα υποβάλει το αίτημα του, το οποίο θα διαβιβάζεται υπηρεσιακώς, χωρίς περαιτέρω εμπλοκή του αιτούντος.

Σημαντική επενέργεια αυτής της μεταρρύθμισης στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης είναι ότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η ριζική ανασυγκρότηση φορέων και οργανισμών της δημόσιας διοίκησης, χωρίς να «εισπράττει» ο πολίτης τις παρενέργειες της μεταβατικής περιόδου.

Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί τη δεύτερη βασική προτεραιότητα στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της δημόσιας διοίκησης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όλων των εργασιακών καθεστώτων (μόνιμοι, αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) παρουσιάζονται συχνά ως ο αποδιοπομπαίος τράγος της κακοδαιμονίας της δημόσιας διοίκησης. Μάλιστα συχνά η κατάργηση της μονιμότητας παρουσιάζεται ως πανάκεια για την αντιμετώπιση της σημερινής αναποτελεσματικότητας του δημοσίου.

Απαραίτητος είναι ο εξορθολογισμός του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, που σήμερα αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από επιδόματα, και η διασύνδεσή του με τους στόχους παραγωγικότητας που τίθενται ανά υπάλληλο και υπηρεσία. Παράλληλα, στο πλαίσιο της ριζικής επανεξέτασης των οργανισμών (οργανογραμμάτων) κάθε δημοσίου φορέα, πρέπει να υπάρξει αξιολόγηση όλων των οργανικών θέσεων, με προτεραιότητα αυτών που κατέχουν υπάλληλοι που βρίσκονται προ της συνταξιοδότησης.

Η κατάργηση οργανικών θέσεων που αξιολογούνται ως μη απαραίτητες και ο σωστός προγραμματισμός αναπλήρωσης συνταξιοδοτούμενων υπαλλήλων, με υποχρεωτικές μετατάξεις ή προσλήψεις, αποτελούν τρόπους ορθολογικότερης διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, ιδίως στο ασφυκτικό οικονομικό πλαίσιο που βρίσκεται η πατρίδα μας.

Αυτές οι ενδεικτικές παρεμβάσεις αποτελούν τμήμα μόνο μιας συνολικής προσπάθειας για την ανασυγκρότηση του κράτους, που θα καταστήσει τη δημόσια διοίκηση υπηρέτη του πολίτη και αρωγό της αναπτυξιακής επανεκκίνησης της χώρας.

Δημοσιεύθηκε στον Εconomist της Καθημερινής

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Που οδηγεί η εύπεπτη κριτική


Παρακολουθώντας διάφορους αρθρογράφους σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, ανθρώπους που έχουν και κύρος και φανατικούς αναγνώστες, διακρίνω πάντοτε μια μεγάλη έλλειψη. Αφού παρουσιάζουν την οικτρή κατάσταση της πατρίδας μας, με εύηχα επίθετα και ειρωνικές εκφράσεις για άπαντες τους πολιτικούς, ολοκληρώνουν τα γραπτά τους με μια μίξη ουτοπικών και κενών εκφράσεων προκειμένου να κλείσουν το θέμα τους.

Αυτού του είδους την κριτική, συνηθίζουν να αναπαραγάγουν πολλοί άνθρωποι της Δεξιάς και του ευρύτερου χώρου της χωρίς να μπαίνουν καν στο κόπο να αναρωτηθούν αν η κριτική που ασκούν έχει κάποιο αντίκρισμα χωρίς αντιπρόταση. Αντιθέτως, χωρίς να αμφισβητήσουν στιγμή τα λεγόμενα του γράφοντος, κάνουν σημαία τους μια επικίνδυνη νοοτροπία μηδενισμού, που φτάνει στα όρια της μοιρολατρίας.

Κάτι τέτοιο μπορεί να μην είναι ο στόχος αυτών των αρθρογράφων. Αλλά εκεί οδηγούν έναν λαό που έχει χάσει τους ηγέτες εκείνους που θα τον οδηγήσουν στην ακμή. Και τον οδηγούν με τη δικιά τους γραφίδα, που παριστάνει την αθώα, έξω από τα κοινά, επιλέγοντας την πνευματική εξορία πράγμα συνηθισμένο για τους σύγχρονους διανοητές. Ξεχνάνε εύκολα τις επιταγές των αρχαίων φιλοσόφων, το σπήλαιο του Πλάτωνος και όλα όσα με πομπώδες ύφος αφηγούνται στις εξιστορήσεις τους.

Τα παραπάνω γράφονται προς γνώση και συμμόρφωση όλων εκείνων που έχουν επιλέξει να απέχουν από τη δράση και την μάχη ιδεών, με το φόβο μήπως τα επιχειρήματά τους καταπέσουν σαν χάρτινος πύργος. Η ουσία βρίσκεται στην αντιπρόταση κι όχι στις αναμασημένες επισημάνσεις ενός σάπιου πολιτικού συστήματος.

Δεξιός Ζ.