Social Icons

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Χρεοκοπία του αγοραίου

του Κώστα Γεωργουσόπουλου*


Τώρα που η παγκόσμια οικονομική κρίση έδειξε τη σαθρότητα και εντέλει την τραγική γελοιότητα της παγκοσμιοποίησης, αποκάλυψε σ' όλη την βλακώδη γυμνότητά του το μεταμοντέρνο ιδεολόγημα, σ' όλο το εύρος του, στην πολιτική, την οικονομία, τα ήθη, τη μόδα και βέβαια την τέχνη. 

Αυτό που πομπωδώς ονομάστηκε και πριμοδοτήθηκε από συμμορίες συμφερόντων, εμπόρους ιδεών, αξιών και μεθόδων, που χρηματοδοτήθηκε με πακτωλούς χρημάτων από δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια και ιδρύματα, έσκασε με πάταγο σαν αποκριάτικο μπαλόνι. 

Ποιος αλήθεια θα πίστευε πριν από τριάντα χρόνια, που κάποιοι επιτήδειοι το φούσκωναν αυτό το μπαλόνι, ότι σήμερα θα ακούγαμε από επίσημα χείλη πως η περιθωριακή Ελλάδα θα γινόταν ωρολογιακή βόμβα που απειλεί να τινάξει όχι, λέει, την ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια οικονομία στον αέρα. Και όλα τα προϊόντα του παγκόσμιου εμπορίου και του πολιτισμού. 

 Για σκεφτείτε, ω συνέλληνες, τη δεκαετία του '60 δυο-τρεις ελληνικές εταιρείες δισκογραφίας στήριξαν την επανάσταση του ελληνικού τραγουδιού. Και δεν ήταν μόνο ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Μαμαγκάκης, ο Κουνάδης, ο Λεοντής και από κοντά οι νεότεροι (Σπανός, Κουγιουμτζής, Λοΐζος, Μικρούτσικος, Σπανουδάκης, Κουρουπός, Τόκκας, Κραουνάκης, Καραΐνδρου κ.ά.), ήταν και αναβίωση με άλλες προδιαγραφές, πολιτισμικού φαινομένου και όχι περιθωρίου, του ρεμπέτικου. Μένω σε κείνη την άνθηση, μοναδική στα ευρωπαϊκά χρονικά, αφού για πρώτη και τελευταία φορά ένας λαός ερωτεύτηκε, γλέντησε, διαδήλωσε και συνόδεψε και τους αδικοσκοτωμένους συμπολίτες του αλλά και τους μεγάλους ποιητές του με στίχους μεγαλοφυών ποιητών, ντυμένους με μουσικές βγαλμένες από τα έγκατα της ελληνικής διαχρονίας των ήχων και των ρυθμών.

 Τώρα το πολυεθνικό παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο ρυθμίζει την ελληνική δισκογραφία και τα πάντα έχουν νεκρώσει. Πού να ξεμυτίσει ένα νέο ταλέντο, ποιος τεχνοκράτης αλλοδαπός θα εμπιστευθεί τον νέο Μούτση και τον νέο Γκάτσο, να του ανοίξει τον δρόμο για την καινούργια ευαισθησία, όπως έγινε πριν από σαράντα χρόνια. 

 Τώρα κυριαρχεί είτε το χυδαίο έκτρωμα ή οι «μεταγραφές» ξένων τάχα μου σουξέ, και βέβαια τα ξένα, κυρίως αγγλόφωνα προϊόντα της παγκοσμιοποιημένης ενιαίας και ομοιόμορφης μόδας μιας χρήσεως . 

Ακόμη και μέσα στη δικτατορία βλέπαμε στο σινεμά τσέχικα, ουγγαρέζικα, ιαπωνικά, σουηδικά φιλμ. Πού είναι τώρα η ένδοξη σχολή του ιταλικού κινηματογράφου; Κάποτε χαρήκαμε με έξοχες δουλειές σπουδαίων ελλήνων κινηματογραφιστών διασκευασμένα μυθιστορήματα (Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Ραγκαβής, Ξενόπουλος, Τερζάκης, Κοτζιάς, Χατζηαργύρης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος κ.ά.) στην τηλεόραση. Την κρατική. Και όταν άνοιξε η οδός της ιδιωτικής, αντί να ανέβει ο πήχης της ποιότητας και του ανταγωνισμού, τα πάντα παρέσυρε στη γλίτσα η μπερλουσκονική γκριμάτσα του λαϊκισμού. Ετσι σήμερα, με μοναδικό κριτήριο το κόστος μιας παραγωγής, το ελληνικό λαϊκό κοινό που έβλεπε άλλοτε την «Αστροφεγγιά» ή τον «Χριστό ξανασταυρώνεται» τρώει στη μάπα τούρκικα σίριαλ ανώτερα σε ποιότητα παραγωγής (εκτός εξαιρέσεων) από τα ελληνικά.

Δεν έχω τίποτε με τη μέτρια αγγλίδα συγγραφέα του «Νησιού», την τύχη της βρήκε, αλλά χωρίς την παγκοσμιοποίηση η Σπιναλόγκα είχε τρία ελληνικά βιβλία καλύτερα από το δικό της για να αξιοποιηθούν: το «Γη και νερό» του Αμποτ, της Γαλάτειας Καζαντζάκη και το ντοκουμέντο του Θέμου Κορνάρου «Σπιναλόγκα». Είχαμε σ' αυτόν τον τόπο δεκαπέντε μετά τον Καμπανέλλη έξοχους θεατρικούς συγγραφείς και η ελληνική δραματουργία άνθησε και φούντωσε σε δύσκολους καιρούς από το 1956 έως τη χούντα και κατά τη διάρκειά της και λίγο μετά. Ύστερα πάπαλα. Πέρασε κι εδώ η μόδα της παγκοσμιοποιημένης αισθητικής: καταφυγή στη λογοτεχνία, μονόλογοι μικρού κόστους και κατά κανόνα επιλογή πεζών που έχουν απαλλαγεί από πνευματικά δικαιώματα! Διεθνής μόδα λαμογιάς. 

Δεν θέλω να μιλήσω διεξοδικά για τον μεταμοντερνισμό στην πολιτική και στην οικονομία. Εξάλλου στη βάση όλων των μορφωμάτων που μας ταλανίζουν βρίσκεται η οικονομία. Διότι από τη στιγμή που όλα, ακόμα και τα ήθη, οι τέχνες, οι ιδέες μπήκαν στο χρηματιστήριο και οι μετοχές τους ανεβοκατεβαίνουν στις αγορές του παγκόσμιου χωριού ανάλογα με τη ζήτηση και από τη στιγμή που η ζήτηση είναι κατευθυνόμενη, χειραγωγούμενη μέσω των διεθνών μονοπωλίων διαχείρισης των πνευματικών προϊόντων, όλα είναι πραμάτεια και το μόνο που μετράει είναι η αγοραία τους τιμή. 

 Ο Σεφέρης το 1931 έβγαλε τη «Στροφή», την πρώτη του ποιητική συλλογή, σε τριακόσια αντίτυπα. Και όμως εκείνο το βιβλίο ανέτρεψε μια ολόκληρη παράδοση ποιητικού γούστου. Τα μονόφυλλα του Καβάφη τάραξαν την εποχή τους και αμφισβήτησαν μια ολόκληρη ποιητική αθηναϊκή γενιά. Ο Σεφέρης, ο Τερζάκης, ο Τσαρούχης, ο Βάρβογλης, ακόμη και ο νεοελληνικός υπερρεαλισμός κατηγορήθηκαν από τους υπαλλήλους των ξένων πανεπιστημίων που επιχορηγούνται από μισελληνικά κεφάλαια ως εθνικιστές, ελληνοκεντρικοί(!). Είναι οι ίδιοι κύκλοι που ενώ κατηγόρησαν και λοιδόρησαν την «ελληνικότητα», έριξαν χρήματα για να διαδώσουν την πιο γελοία «θεωρία» που σκαρφίστηκε ποτέ βλαξ: ότι ο ελληνικός αρχαίος πολιτισμός ήταν αφρικανικός νέγρικος πολιτισμός και η Αθηνά ήταν μαύρη! 

 Η παγκοσμιοποίηση πέθανε και τη δολοφόνησαν ψυχρά και συστηματικά όσοι τη δημιούργησαν για όσο χρόνο τη χρειάζονταν, αυτές οι διαβόητες Άρπυιες, οι Αγορές, που σαν τις μάγισσες του Μάκβεθ χειραγώγησαν και φαντασίωσαν όλες τις πολιτικές μετριότητες που κυβέρνησαν τον κόσμο τα τελευταία χρόνια. Τους υποσχέθηκαν το βασίλειο με κριτήριο τη δολοφονική τους επιτήδευση. 

Πάντως προσωπικά χαίρομαι να βλέπω να παζαρεύονται όσο-όσο τα ομόλογα του θεατρικού μεταμοντερνισμού και να ανταλλάσσονται με μαρουλόφυλλα. 

 *δημοσιεύτηκε στο Βιβλιοδρόμιο στο φύλλο της 26/11/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου